Η ΣΚΗΝΙΚΗ ΚΟΣΜΟΘΩΡΙΑ ΤΟΥ Θ. ΤΕΡΖΟΠΟΥΛΟΥ

  •  Δημοσιεύτηκε στις: 20/03/2017

 ΚΡΙΤΙΚΗ  ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ  ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ*[1]  του  Freddy  Decreus,  Η τελετουργία στο θέατρο του Θεόδωρου Τερζόπουλου, μετ. Γιάννης Σιδέρης, Αθήνα, Άγρα, 2016.

του Δημήτρη Τσατσούλη
 

 

Ο αγαπητός συνάδελφος και φίλος, καθηγητής  Freddy Decreus κάνει ένα πολύτιμο δώρο σε όλους εμάς με αφορμή την επέτειο των 30 χρόνων παρουσίας του Θεάτρου Άττις στο  θεατρικό τοπίο της Ελλάδας και όχι μόνο: ο Θεόδωρος Τερζόπουλος με την ομάδα του είναι, εδώ και χρόνια, μια διεθνής παρουσία με αμέτρητες παραστάσεις σε κάθε άκρη της γης.

Αν ξεχωρίζει κάτι τον Θεόδωρο Τερζόπουλο από άλλους διεθνείς Έλληνες είναι ότι, ως σημείο εκκίνησης αλλά και ως μόνιμη έδρα του, έχει την Αθήνα. Δεν πρόκειται για έναν Έλληνα του εξωτερικού όπου, ζώντας σε κάποια πρωτεύουσα του Δυτικού κόσμου,  αναγνωρίσθηκε η αξία του και του προσφέρθηκαν όλες οι ευκολίες για να αναδειχθεί. Δεν είναι «εισαγόμενος», ένας δηλαδή ακόμη Έλληνας που διέπρεψε πρώτα στο εξωτερικό και επισκέπτεται κατά καιρούς τη χώρα του. Αντίθετα πρόκειται για Έλληνα που, παρά τις σπουδές του στη Γερμανία δίπλα σε μεγάλα ονόματα του θεάτρου, ανδρώθηκε καλλιτεχνικά στην Ελλάδα, δημιούργησε με Έλληνες ηθοποιούς και κατέθεσε, με τις Βάκχες του τού 1986, μια νέα, αιρετική προσέγγιση του αρχαίου δράματος.

Προσέγγιση  η οποία, όπως γράφει και ο Decreus, υιοθετώντας τη διαπίστωση της Fischer-Lichte, αντί να ενισχύσει την έως τότε επικρατούσα περί ελληνικότητας άποψη,  ώθησε το ελληνικό κοινό σε αμφισβήτηση της πολιτιστικής του ταυτότητας. Πρότεινε δηλαδή μια αισθητική εμπειρία που έγινε αντιληπτή ως απειλή καθώς εισήγαγε την αισθητική του σκοτεινού και τερατώδους, δηλαδή τη Διονυσιακή φύση του θεάτρου, λησμονημένη πίσω από την Απολλώνια, ορθολογική αντίληψη που είχε επιβάλλει ο δυτικός καρτεσιανισμός.  

Ο Decreus, στη σημαντική αυτή μονογραφία του, αναδεικνύει τον Τερζόπουλο σε βασικό διανοητή του τέλους του 20ού και των αρχών του 21ου αιώνα  καθώς, όπως υποστηρίζει, μέσω των παραστάσεών του και με δίαυλο τη διττότητα του προσώπου του  Διόνυσου - Άττι, προτείνει μια νέα κοσμοθεωρία. Όχι απλώς αισθητικής φύσεως αλλά κοσμοθεωρία ζωής με επίκεντρο το σώμα ως ανοιχτό κανάλι ενέργειας, ικανό να συλλάβει μια νέα κοσμική συνείδηση. Ένα σώμα «μη φοβικό», ανοικτό σε αναπλάσεις και διαρκή μεταβολή σε χώρο και χρόνο, ένα σώμα δίχως απαγορεύσεις και ενοχές. Ένα σώμα το οποίο, μέσω της έκστασης, εγκαταλείπει τον παλαιό του εαυτό, επιχειρεί μια επώδυνη κάθοδο στον εσώτερο εαυτό του και αναδημιουργείται ως Όλον, ενάντια σε κάθε νοησιοκρατία, αποκαλύπτοντας τη ζωική του πλευρά, αυτή που το κάνει να επικοινωνεί με το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο αλλά και το σύμπαν. Είναι αυτό το κατακτημένο από τον ηθοποιό του Άττις «αρχετυπικό σώμα» που φέρει εικόνες και απωθημένες μνήμες μέσω της ανάδυσης της εσωτερικής του ενέργειας. Μνήμες μύθων. Και, όπως σημειώνει ο Decreus, «μέσω του μύθου αποκτάμε πρόσβαση στις άγριες και ατίθασες πλευρές που ο πολιτισμός δεν μπόρεσε να δαμάσει και να υποτάξει».

Ο συγγραφέας, υποστηρίζοντας ότι ο Τερζόπουλος διέπεται από «μυθική σκέψη» και αναλύοντας  τη δύναμη προφορικότητας και τη μαγευτική  δύναμη που ο μύθος διαθέτει,  όπως αυτές καταγράφονται στις παραστάσεις του, τονίζει  τη μη-λογοκεντρική πρόσληψη του εκάστοτε κειμένου από τον σκηνοθέτη και τη μετάλλαξή του επί σκηνής σε ένα ενεργειακό, μέσω της σωματικότητας και της ηχο-λαλίας των ηθοποιών του[1], αδάμαστο υλικό που προκαλεί την «συμπάθεια», δηλαδή έναν κυριολεκτικά συμπάσχοντα θεατή-συμμέτοχο σε τελετουργικά δρώμενα.

Ο Decreus, τοποθετώντας  στο επίκεντρο την παραστασιακή κοσμοθεωρία του Τερζόπουλου, τη θέτει σε ευθύ διάλογο  με όλες τις παλαιότερες και σύγχρονες επιστήμες: από τη φιλοσοφία, τη φαινομενολογία και τη λογοτεχνική κριτική ή την ανθρωπολογία έως τη νευροεπιστήμη, τη βιολογία και την κβαντοφυσική.

 Υπό αυτό το ευρύ πρίσμα μελέτης και αναλυτικών προσεγγίσεων, αφού διαπιστώσει, μεταξύ άλλων, ότι ο Τερζόπουλος ορίζει την ενέργεια ως «δυναμική, πανοπτική εικόνα της ζωής, του ανθρώπου και του σύμπαντος», θα επισημάνει  ότι, επιστημονικά, δεν υπάρχει κοινή ορολογία για την ενέργεια καθώς «εμπλέκονται διαφορετικοί κλάδοι με αντικείμενο θερμικές, χημικές, ηλεκτρικές, ηλεκτρομαγνητικές και πυρηνικές μορφές ενέργειας». Έτσι, θα υποστηρίξει ότι «όταν, βοηθούμενοι από τη Μνήμη, επιστρέφουμε στο αρχέγονο σώμα και στον τελετουργικό χρόνο, αυτή η διαδικασία μετάβασης ολοκληρώνεται χάρη στα πεδία αιθερικής ενέργειας που φέρνουν το σώμα σε επαφή με παλαιότερα σώματα, τόπους και εποχές». Και  θα ολοκληρώσει λέγοντας   ότι «η βιοενέργεια, βασιζόμενη στη σοφία αρχαίων πολιτισμών και στα πορίσματα της σύγχρονης νευροεπιστήμης θεωρεί ότι ο άνθρωπος είναι παιδί του κοσμικού  Όλου και κάθε όργανο του ανθρώπινου σώματος  αντιστοιχεί σε ενέργειες που διέπουν το σύμπαν», διαπίστωση που στηρίζεται στα πορίσματα μελέτης των ενεργειακών φαινομένων από την κβαντοφυσική.

Πράγματι, ο Τερζόπουλος ορίζει το σώμα των ηθοποιών του όπως και τον γεωμετρικό χώρο της σκηνής του με συμπαντικούς όρους. Έχοντας προσπαθήσει να συλλάβω τη γεωμετρία των παραστάσεων του Τερζόπουλου όχι ως απλό φορμαλισμό (όπως υποστήριζε μέρος της συντηρητικής ελληνικής κριτικής) αλλά ως σημαίνουσα δομή, έγραφα παλαιότερα για τη μεταφυσική που διέπει τον σκηνοθέτη στην αναζήτηση κατασκευής του συμπαντικού σώματος-μικρογραφία του κοσμολογικού και κοσμογονικού μακρό-κοσμου[2]. Δηλαδή του μυθικού χωρο-χρόνου. Ο Decreus επιβεβαιώνει και προεκτείνει σήμερα με το βιβλίο του τις προτάσεις μου εκείνες, ενισχύοντάς τις με τα πορίσματα της νευροεπιστήμης, της βιολογίας και τις κατακτήσεις της κβαντοφυσικής. Ενισχύει ακόμα τον χαρακτηρισμό που έδωσα στον Τερζόπουλο προ 15ετίας ως σκηνοθέτη-αρχαιολόγο ο οποίος ανασκάπτει το δικό του, πρώτιστα,  υπέδαφος για να ανασύρει τη βαθύτερη ουσία του ανθρώπινου όντος[3], την διττή του ουσία, όπως υποστηρίζει ο Decreus,  ενός οργανικού και ταυτόχρονα νοήμονος όντος που εξακολουθεί να φέρει άδηλες τις καταγωγικές του ρίζες, όσο και αν ο δυτικός ορθολογισμός θέλησε να ενταφιάσει το ένα μέρος του: το ερπετό, όπως αναλύει σε μια θαυμάσια παράγραφο ο Decreus, τον Πύθωνα που, αν και νεκρός από τον Απόλλωνα,  πάντα θα κατοικεί στον Ομφαλό της γης, στους Δελφούς αλλά και στον εσώτερο καταπιεσμένο εαυτό μας.

Ο Τερζόπουλος, έτσι, ξεφεύγει από τις κατατάξεις νεολογισμών - αλλά συγχρόνως  παλαιότατων ανθρωπολογικών όρων - όπως η δι-ύφανση,  την οποία εισήγαγε προσφάτως η Fischer-Lichte[4],  καθώς δεν δι-υφαίνει πολιτισμούς ή θεατρικές τεχνικές αλλά, διαθέτοντας τη «μυθική συνείδηση» και θέτοντας τους όρους ενός υπερ-πολιτισμικού θεάτρου,  προσπερνά τα επιφανειακά στρώματα των μυθικών αφηγήσεων και ανασκάπτει για να αποκαλύψει τις βαθύτερες ρίζες του μύθου, με άλλα λόγια τη βαθειά δομή του μυθικού υποστρώματος που ενώνει και δεν διαχωρίζει πολιτισμούς αλλά ούτε δημιουργεί κολάζ από τα ορατά μυθικά συστατικά τους. Σε αυτό, άλλωστε, διαφέρει, για παράδειγμα, από την εκδοχή υπερ-πολιτισμικού αλλά στην ουσία του πολυ-πολιτιμικού θεάτρου που υπηρετεί ο Εουτζένιο Μπάρμπα[5]. Καθώς, ο Τερζόπουλος, με όποιας προέλευσης ηθοποιούς και αν δουλέψει με τη Μέθοδό του, θα φέρει στην επιφάνεια το διαπολιτισμικά συνεκτικό στοιχείο που αποκρύπτουν οι επιφανειακές πολιτιστικές διαφοροποιήσεις.

Τέλος, όπως  τεκμαίρεται από την  όλη μονογραφία, ο Τερζόπουλος επανεισάγει στη δυτική αξία της ευζωίας την απωθημένη από τη Δύση έννοια, την υπόσταση του θανάτου ως αναπόσπαστου μέρους της ζωής. Η δική του φιλοσοφική-καλλιτεχνική θεώρηση οδηγεί αναγκαστικά την μέσω θέασης πρόσληψη του έργου του στο κατώφλι του θανάτου και στο οντολογικό πένθος  που ενυπάρχει στην αρχαιοελληνική τραγωδία. Χωρίς αυτή τη διάσταση, η σχέση Διόνυσου-Άττι που διέπει τη σκέψη του και υλοποιείται στις παραστάσεις του δεν μπορεί να συλληφθεί.

Ο Freddy Decreus ποιεί έναν άθλο καθώς αναδεικνύει με το πολύτιμο έργο του -που κατέχει εξέχουσα πλέον θέση στην ελληνική και διεθνή βιβλιογραφία για τον Τερζόπουλο-  τον πολύπλευρο διάλογο των τεχνικών και της μεθόδου του Τερζόπουλου με όλες τις υπάρχουσες θεωρίες και επιστημονικούς κλάδους, ανάγοντας το στη μοναδικότητα που του αρμόζει.

Θα κλείσω με τα ίδια τα λόγια του Decreus που τεκμηριώνουν τον μόχθο του για τη μελέτη αυτή. Γράφει, λοιπόν, σε κάποιο σημείο: «θα με απασχολήσει ο Τερζόπουλος όχι μόνο ως θεατρικός σκηνοθέτης και δραματουργός, αλλά και ως πνευματικός διδάσκαλος και μέντορας, κάποιος που εμπλουτίζει τις ζωές μας ζητώντας μας να αναθεωρήσουμε προκαταλήψεις και να οραματιστούμε εκ νέου


* Το κείμενο στηρίζεται στην ομιλία  που δόθηκε  κατά την παρουσίαση του βιβλίου του Βέλγου Καθηγητή Freddy Decreus που έγινε στο Θέατρο Άττις στις 26 Νοεμβρίου 2016 στο πλαίσιο της επετείου των 30 χρόνων του Θεάτρου Άττις του Θεόδωρου Τερζόπουλου. 

 


[1] Για το θέμα,  ο Decreus παραθέτει εκτενή αποσπάσματα από άρθρα μου στα οποία και μελετήθηκε για πρώτη φορά αναλυτικά το ζήτημα. Βλ. για παράδειγμα, Dimitri Tsatsoulis, «Glossolalia sulla scena europea: un caso di transculturalismo? A margine delle esperienze di Theatro Attis e Socìetas Raffaello Sanzio» στο: Culture Teatrali. Studi, interventi e scritture sullo spettacolo (Università di Bologna, dir. Marco De Marinis)  n. 23, 2014, σσ. 119-125 ˙ Του ίδιου, «Tongue in Presence - Speech in Exile», στον τόμο: Dionysus in Exile. The Theatre of Theodoros Terzopoulos (Υπό έκδοση). 

[2] Δημήτρης Τσατσούλης, «Γεωμετρώντας τον χώρο - Διασχίζοντας τον χρόνο. Το συμπαντικό σώμα στη γραφή του Θεόδωρου Τερζόπουλου» στο: "Σκότος εμόν φάος", Πρακτικά 1ης και 2ης Διεθνούς Συνάντησης Αρχαίου Δράματος - Θέατρο Άττις, Σικυών, Σεπτέμβριος 2005 και Αύγουστος 2006, Καταγράμμα, Κιάτο,  2011, σ. 88.

[3] Δημήτρης Τσατσούλης, «Αναζητώντας ρίζες: Από την ‘Ελληνικότητα’ του Κ. Κουν στις ‘Βάχκες’        (σκηνοθ. Θ. Τερζόπουλου) και στην ‘Αντιγόνη’ (σκηνοθ. Γ. Κιμούλη) ως παραδείγματα διαπολιτισμικής σκηνικής γραφής», ΠαράβασιςΕπιστημονικό Δελτίο Τμήματος Θεατρικών   Σπουδών Πανεπιστημίου Αθηνών, Τόμος 6, 2005, Αθήνα, Ergo, σ. 372. (Αναδημοσιεύτηκε στο: Πρακτικά Συμποσίου της ΧΙ Διεθνούς Συνάντησης Αρχαίου Ελληνικού Δράματος, 2002: Θηβαϊκός Κύκλος, Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών, 2007, σσ. 435-454).

[4] Erika Fischer-Lichte, «Interweaving Performance Cultures - Rethinking 'Intercultural Theatre': Toward an experience and Theory of Performance beyond Postcolonialism», Introduction στο: E. Fischer-Lichte, Torsten Jost and Saskya Iris Jain, The Politics of Interweaving Performance Cultures. Beyond Postcolonialism, New York and London, Routledge, 2014.

[5] Σχετικά με τον χαρακτήρα του θεάτρου του Eugenio Barba βλ. Patrice Pavis, Le théâtre au croisement des cultures, Paris, José Corti, 1990, σ. 195 κ. εξ.