Ο Δράκος του Γεβγκένι Σβαρτς στο θέατρο Πόρτα

  •  Δημοσιεύτηκε στις: 01/03/2017

«Έχει κι άλλο; Μα…αφού τον σκότωσε τον δράκο!».  Και όμως η παράσταση του Θεάτρου Πόρτα είχε «κι άλλο» αφού η ουσία της ιστορίας δεν είναι στην πραγματικότητα το πώς θα γλιτώσουν οι πολίτες από έναν δράκο…αλλά πως θα γλιτώσουμε από τον δράκο που «κρύβουμε όλοι μέσα μας».

Αιώνες τώρα, ένας δράκος καταδυναστεύει μια πολιτεία, σκοτώνει όποιον τον αμφισβητεί και κάθε χρόνο αρπάζει ένα νέο κορίτσι. Κι ενώ στην αρχή πολλοί προσπάθησαν να τον διώξουν, τώρα πια οι κάτοικοι τον έχουν συνηθίσει: «συμφιλιώθηκαν» μαζί του, δεν αντιδρούν στις απαιτήσεις του, του δίνουν ό,τι ζητάει…ακόμα και τα ίδια τους τα παιδιά και συνεχίζουν τη ζωή τους. Μέχρι που στην πόλη φτάνει ο Ιππότης Λανσελότος και αποφασίζει να πάρει την κατάσταση στα χέρια του, να αντιμετωπίσει τον  δράκο και να σώσει την όμορφη Έλσα από τα νύχια του. Ο Λανσελότος τα καταφέρνει αλλά τραυματίζεται βαριά και έτσι… ο δήμαρχος της πόλης βρίσκει την ευκαιρία να καπηλευτεί τη νίκη του. Μαζί με τον γιο του, παρουσιάζονται ως σωτήρες της πόλης και επιβάλλουν μια νέα τυραννία στους πολίτες. Ο Λανσελότος όμως, θα επανέλθει για αντιμετωπίσει και αυτούς τους καινούργιους «δράκους»…

Ο Δράκος του Γεβγκένι Σβαρτς γράφτηκε σε μια εποχή που η Ευρώπη βρισκόταν στο τέλος ενός καταστροφικού πολέμου. Κι ενώ το «θηρίο πεθαίνει στο κλουβί του» - ο Χίτλερ, ο δράκος με το ανθρώπινο πρόσωπο, αυτοκτονεί – ο Σβαρτς γράφει μια πολιτική αλληγορία για να καυτηριάσει όχι μόνο τους φανερούς δράκους αλλά και τους επονομαζόμενους «σωτήρες» κάθε είδους (η αναφορά στον Στάλιν είναι σαφής – δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι το έργο όταν γράφτηκε έδωσε μόνο τρεις παραστάσεις και κατέβηκε από τη λογοκρισία της εποχής).  Ο συγγραφέας καταδικάζει με τον Δράκο του κάθε ολοκληρωτική ιδεολογία  που δεν επιτρέπει την ελεύθερη και δημοκρατική σκέψη. Γιατί όσο απειλητικός και τυραννικός είναι ένας δράκος που βλέπουμε άλλο τόσο μπορεί να γίνει και ο δράκος που εμφανίζεται με το πρόσχημα του ελευθερωτή. Οι πραγματικοί ιππότες μπορούν να μας βοηθήσουν μόνο αν συνειδητοποιήσουμε ότι η σωτηρία και η ελευθερία πηγάζουν πρώτα από όλα από μέσα μας, από τη δύναμη της σκέψης και από την πίστη στα δημοκρατικά ιδεώδη που δεν αλλοτριώνονται από τις υποσχέσεις της εξουσίας.

Το έργο του Σβαρτς παραμένει ανησυχητικά επίκαιρο σε μια εποχή – και σε μια Ελλάδα - όπου οι ιδεολογίες έχουν χάσει την αίγλη τους και οι άνθρωποι την πίστη τους στο μέλλον και αναζητούν τρόπους επιβίωσης όσο το δυνατόν πιο ανώδυνους …αλλά μη γελιόμαστε, ο δράκος μπορεί να πάρει πάρα πολλές μορφές και σε αντίθεση με τα παραμύθια στην πραγματική ζωή δεν είναι καθόλου εύκολο να τον αναγνωρίσεις. Για αυτό και ο τίτλος της διασκευής της Ξένιας Καλογεροπούλου και του Θωμά Μοσχόπουλου «Ένας δράκος…μα ποιος δράκος» είναι πραγματικά εύστοχος. Ποιος είναι ο πραγματικός δράκος που πρέπει να φοβόμαστε;

Η διασκευή της Ξένιας Καλογεροπούλου και του Θωμά Μοσχόπουλου κοντά στο κείμενο του Σβαρτς, προσπαθεί να φέρει στο παιδικό κοινό ένα έργο με αρκετά ενήλικα μηνύματα αλλά και να διατηρήσει το ενδιαφέρον των μεγάλων με αναφορές στην Ελλάδα του σήμερα – στοίχημα δύσκολο αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρον. Κι ενώ υπάρχουν σημεία αναφοράς στο κείμενο που κρατάνε το ενδιαφέρον των μικρών παιδιών, η παράσταση απευθύνεται σε  μεγαλύτερα παιδιά.  Εκεί όμως που κερδίζεται κυρίως το στοίχημα είναι στη σκηνοθεσία του Θωμά Μοσχόπουλου. Το εύρημα του κεκλιμένου υφάσματος που θυμίζει μια τεράστια τσουλήθρα και από το οποίο ξεπηδούν τα κεφάλια και τα σώματα των ηθοποιών λειτουργεί με απόλυτη επιτυχία (Σκηνικό: Ευαγγελία Θεριανού). Χωρίς κινήσεις περιττές, με απόλυτη σκηνική οικονομία,  βοηθά να επικεντρωθεί η προσοχή των παιδιών – και όχι μόνο - στα απολύτως ουσιαστικά. Η ανθρώπινη μορφή του δράκου στο πιο ψηλό σημείο του υφάσματος  περνά το διττό μήνυμα: ναι, ο δράκος είναι πιο ψηλά, εξουσιάζει και βλέπει τα πάντα όμως μας μοιάζει περισσότερο από όσο θα περιμέναμε. Κι ενώ ο Δήμαρχος και ο γιος του – περίπου στο  μέσο της σκηνής – βολεύονται και συνεργάζονται, το χαμόγελο και η αφύσικα κεφάτη διάθεση της Έλσας και του πατέρα της στην προοπτική της θυσίας της χτυπούν προειδοποιητικό καμπανάκι: κάτι δεν πάει καλά. Οι ερμηνείες των ηθοποιών απόλυτα κουρδισμένες στο ύφος της σκηνοθεσίας – σχεδόν στυλιζαρισμένες – δεν ξεφεύγουν ούτε δευτερόλεπτο ενώ η κίνηση του Χρήστου Παπαδόπουλου συμβάλλει με ουσιαστικό τρόπο στο δύσκολο αυτό εγχείρημα. Ξεχωρίζει η αμεσότητα του Σωκράτη Πατσίκα και η χαρακτηριστική παρουσία του Τάσου Δημητρόπουλου στο ρόλο του Γάτου που κερδίζουν τα παιδιά - οι δυο τους μαζί με τον Παντελή Βασιλόπουλο, την Ελένη Βλάχου, τον Μάνο Γαλανή, τον Τιμόθεο Θάνο, τον Μιχάλη Μιχαλακίδη και την Ειρήνη Μπούνταλη συνιστούν μια δυναμική υποκριτική ομάδα που δικαιώνει απόλυτα την επιλογή του σκηνοθέτη.