«Με δύναμη από την Κηφισιά» στο Θέατρο Στοά

  •  Δημοσιεύτηκε στις: 11/01/2017

Η μεσήλικη Αλέκα φοράει τις φόρμες της. Αγκομαχά πάνω σε ένα στατικό ποδήλατο γυμναστικής. Θέλει να χάσει τα περιττά κιλά της. «106, 107, 108», μετρά τους γύρους που κάνει πάνω στο ποδήλατο. Οι καταραμένες θερμίδες πρέπει να εξαϋλωθούν. Να φύγουν από πάνω της. Όπως έφυγε (;) από πάνω της και ο τενόρος με τον οποίο σχετιζόταν. Τώρα, η Αλέκα είναι (;) έτοιμη για μια νέα αρχή. Αρχή γενομένης από την… Ταϊλάνδη(;).

 

Στο μεσοαστικό καθιστικό της Αλέκας στην Κηφισιά, όπου εκτυλίσσεται το έργο των Δημήτρη Κεχαΐδη και Ελένης Χαβιαρά «Με δύναμη από την Κηφισιά», το οποίο ανέβασε για πρώτη φορά το 1995 ο Λευτέρης Βογιατζής στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων, θα συναντήσουμε άλλες τρεις γυναίκες: τις δύο φίλες της Αλέκας, τη Φωτεινή και τη Μάρω, καθώς και την ατίθαση κόρη της Αλέκας, την Ηλέκτρα.

 

Οι τέσσερις γυναίκες αναλύουν αδιάκοπα τη ζωή τους, τους έρωτές τους, τις ανάγκες τους, τις παγιδεύσεις τους, τη διάθεσή τους να μηδενίσουν το κοντέρ της ζωής τους και να κάνουν μια νέα αρχή. Θα τα καταφέρουν; Θα μπορέσουν να ξεπεράσουν και να αλλάξουν παγιωμένες συμπεριφορές που τις εγκλωβίζουν σε σχέσεις μέσα στις οποίες κάνουν εκπτώσεις για να υπάρξουν; Θα τα καταφέρουν να κάνουν την τομή και να απομακρυνθούν από την Αθήνα / Κηφισιά (το χωρικό πλαίσιο της αυτοπαγίδευσής τους) και να μεταβούν, έστω για λίγες μέρες στην εξωτική Ταϊλάνδη (τη συμβολική τους ουτοπία, τη δική τους εκδοχή ελευθερίας);

 

Το έργο των Κεχαΐδη – Χαβιαρά διαδραματίζεται σε ένα μόνο δωμάτιο, το καθιστικό της Αλέκας -σχεδόν όλα τα έργα του συγγραφικού διδύμου έχουν μόνον ένα σκηνικό χώρο δράσης. Και όπως ο χώρος δεν μεταβάλλεται, ομοίως δεν μεταβάλλονται, δεν μετακινούνται εντέλει ψυχικά και οι ηρωίδες, παρά τις λεκτικές τους διαδρομές. Παρά τους φαινομενικά απλούς, καθημερινούς, ζωντανούς διαλόγους των τεσσάρων γυναικών που διεκδικούν μια χειραφετημένη ζωή εστιασμένη στις πραγματικές τους ανάγκες, ουσιαστικά ο Κεχαΐδης και η Χαβιαρά αφήνουν υπογείως να διαφανεί ο κραταιός, σκοτεινός συμπεριφοριστικός μηχανισμός της μεσογειακής ανατροφής των γυναικών που πρωτίστως έχει «ρυθμιστεί» για να καλύπτει τις ανάγκες των τριγύρω (οικογενειακών, ερωτικών) αρσενικών και δευτερευόντως τις δικές τους. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι, παρότι δεν υπάρχουν καθόλου αντρικοί χαρακτήρες στο έργο, εντούτοις πρωταγωνιστούν εν τη σκηνική απουσία τους, καθώς αποτελούν κομβικό σημείο αναφοράς των εξαντλητικά αναλυτικών διαλόγων των τεσσάρων γυναικών.

 

Όπως έχουν σημειώσει οι ίδιοι οι συγγραφείς: «Θέλαμε να δώσουμε έμφαση στις σχέσεις των τριών γυναικών έτσι όπως αυτές καθορίζονται από τη σχέση που έχει η καθεμία με έναν άνδρα. Αποφασίσαμε οι ρόλοι τους να είναι ισοδύναμοι. Χωρίς πρωταγωνιστή». Έτσι, εδώ συναντάμε μια επί ίσοις όροις διανομή, η οποία με κέφι και με μπρίο ερμηνεύει τα ζητούμενα και τα αδιέξοδα των τεσσάρων ηρωίδων, ισορροπώντας ανάμεσα στην κωμωδία και το δράμα, την πραγματικότητα και τη φαντασία.

 

 

Τα συνεχή υπαρξιακά-ερωτικά ζητήματα προς συζήτηση, τις συγκρούσεις εσωτερικές και διαπροσωπικές, καθώς και τα αναπάντητα ερωτήματα, τα οποία προκύπτουν μέσα από την εξέλιξη της ιστορίας, διαχειρίζεται μαστόρικα ο έμπειρος Θανάσης Παπαγεωργίου. Σε ένα αμιγώς «γυναικείο» έργο όπου η δράση αποκλιμακώνεται ακριβώς όταν ο θεατής περιμένει την κορύφωση, σε ένα έργο όπου δεν υπάρχει ουσιαστικά πλοκή, με την τυπική έννοια, αλλά μια σειρά ανακυκλωμένων καταστάσεων και επαναλήψεων τρόπων και δράσεων που δεικνύουν το αδιέξοδο των ηρωίδων, ο σκηνοθέτης καθοδηγεί με ασφάλεια τις ηθοποιούς του στα κειμενικά επισφαλή ύδατα των ατέρμονων αναλύσεων που τους προσφέρουν μια επίφαση ασφάλειας, διδάσκοντάς τους τη θαυμαστή ερμηνευτική ισορροπία στην κόψη του κωμικού και του τραγικού. Υπέροχη και η επί σκηνής φυσικότητα της αλλαγής των ρούχων των γυναικών από σκηνή σε σκηνή η οποία φέρει κάτι από τη ρευστότητα της γυναικείας φύσης. Η Εύα Καμινάρη (Φωτεινή) και η Ευδοκία Σουβατζή (Αλέκα), από την παλαιά μαγιά της Στοάς είναι απόλυτα συντονισμένες με τους ρόλους τους χαρίζοντας φωτεινές ερμηνείες στο κοινό τους. Δίπλα τους, στέκεται επάξια η νεαρή Ελευθερία Στεργίδου (Ηλέκτρα), ενώ αδύναμη ερμηνευτικά η Χριστίνα Πλατανιώτη (Μάρω).