«Κλυταιμνήστρα;» του Ανδρέα Στάικου σε σκηνοθεσία Ζωρζίνας Τζουμάκα - Θέατρο ΜΠΙΠ

  •  Δημοσιεύτηκε στις: 21/12/2016

του Δημήτρη Τσατσούλη


Γραμμένη πριν σαράντα χρόνια στο Παρίσι, στο πλαίσιο των μαθημάτων του Αντουάν Βιτέζ, ως ένα αυτοσχεδιαστικό θεατρικό δοκίμιο πάνω στη σχέση δύο εμβληματικών προσώπων της αρχαιοελληνικής τραγωδίας, η «Κλυταιμνήστρα;» του Ανδρέα Στάικου συνεχίζει να φέρει προκλητικά το ερωτηματικό του τίτλου της απέναντι στις σκηνικές εκδοχές της , αμφισβητώντας ταυτόχρονα κάθε απόπειρα θεωρητικής της κατηγοριοποίησης. Έργο αναμφίβολα ανοικτό σε ερμηνείες, πρόσφορο σε νέες σκηνοθετικές αναγνώσεις, συνεχίζει να προκαλεί με την αναμέτρηση Ηλέκτρας και Κλυταιμνήστρας σκηνοθέτες και ηθοποιούς: από την περίφημη παράσταση του Βασίλη Παπαβασιλείου πριν τριανταπέντε ήδη χρόνια με τις Όλια Λαζαρίδου και Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου έως την πλέον πρόσφατη της Ζωρζίνας Τζουμάκα που επανεπισκέπτεται το κείμενο με δύο σχετικά νέες ηθοποιούς, τη Μαρία Μπρανίδου και τη Χριστίνα Δενδρινού.

Η «Κλυταιμνήστρα;» είναι πρώτιστα ένα έργο για τη θεατρικότητα, για το ίδιο το παιχνίδι του θεάτρου, με τα αληθινά του ψέματα: «σαν ψέμα λες την αλήθεια» θα πει η Ηλέκτρα του Στάικου στην Κλυταιμνήστρα ενώ εκείνη θα βάψει τα χείλη για να πει την αλήθεια της σαν ψέμα, σαν θεατρική αλήθεια.

Δυο θεατρίνες σε έναν απροσδιόριστο χώρο, σε ένα μη-τόπο όπως η σκηνή του θεάτρου, θα παίξουν τους ρόλους της Κλυταιμνήστρας και της Ηλέκτρας σαν σε πρόβα ενώ ταυτόχρονα θα διολισθαίνουν ηθελημένα ή άθελά τους στους ρόλους της δικής τους ζωής: δυο αντίζηλες θεατρίνες για την καρδιά ενός Αίγισθου-περιπτερά; Μια μάνα και μια κόρη σε συνεχή ανταγωνισμό; Δυο τραγικά πρόσωπα που διέσχισαν τα χωρο-χρονικά όρια συνεπαρμένα από την δίχως τέλος διεκδίκηση της προσωπικής τους  έννοιας περί δικαίου; Τα πρόσωπα του Στάικου, από φράση σε φράση, από σκηνή σε σκηνή διολισθαίνουν από τη μια ταυτότητα στην άλλη, διαχέονται αποκτώντας πολλαπλές ταυτότητες και ιδιότητες για να ανασυντεθούν και πάλι όταν αναλαμβάνουν να εκφέρουν τον αποσπασματικό λόγο του αρχαίου κειμένου-τους αρχετυπικούς τους ρόλους. Μοιάζει σαν κάθε σούρουπο, όταν από το μπαούλο βγάζουν το ψεύτικο φεγγάρι-σύμβολο της θηλυκότητας να αρχίζουν το παιχνίδι των ολισθηρών τους ρόλων για όσο διαρκεί η νύχτα/Εκάτη. Και, όταν ξημερώνει, μαζεύουν πάλι το φεγγάρι τους και απολιθώνονται μέχρι την άλλη νύχτα που θα αρχίσουν πάλι το αενάως επαναλαμβανόμενο ταξίδι/παιχνίδι τους.

Έτσι απολιθωμένες, καθισμένες πλάτη με πλάτη πάνω στο μπαούλο που φέρουν περιπλανώμενες θεατρίνες και φωτιστικά απομονωμένες από την υπόλοιπη  σκηνή παρουσιάζει τις δυο μυθικές ηρωίδες στη δική της σκηνική εκδοχή η Ζωρζίνα Τζουμάκα. Και με τον ίδιο τρόπο κλείνουν την παράσταση έως ότου αρχίσουν και πάλι την επόμενη.

Η μικρή υπερυψωμένη σκηνή του Θεάτρου ΜΠΙΠ ανοικτή στους θεατές προς τις δύο πλευρές της, παραπέμπει ήδη σε εξέδρα πλανόδιων θεατρίνων άλλων εποχών, στα λαϊκά θεάματα δρόμου με καταγωγή από τις μεσαιωνικές φάρσες ή στα πιο σύγχρονα θεάματα των μπουλουκιών σε γιορτές και πανηγύρια στις πλατείες των χωριών. Την αίσθηση του λαϊκού εντείνει η τοποθέτηση γύρω από τη σκηνή μικρών λαμπιονιών που παραπέμπουν στα κεριά ή λάμπες γκαζιού που φώτιζαν ως τον 19ο αιώνα τις θεατρικές σκηνές.

Πράγματι, η Τζουμάκα, παρακάμπτοντας τους μαριβωντικής καταγωγής εξεζητημένους διαλόγους του Στάικου που συνήθως επιβάλλουν ένα αποστασιοποιητικό ύφος παιξίματος, δοκίμασε επιτυχημένα μια «λαϊκή» ανάγνωση που αναδείκνυε μια μπουλουκτζίδικη αναγωγή του έργου και των προσώπων του: έδωσε, με άλλα λόγια, συγκεκριμένη ταυτότητα στις δύο θεατρίνες, καθορίζοντας  έτσι και την υποκριτική τους αλλά και όλη τη σκευή τους. Η Άση Δημητρολοπούλου δημιούργησε εξαιρετικά θεατρικά κοστούμια -δείκτες τόσο εποχής όσο και χαρακτήρων που περιέβαλαν ανάλογης λειτουργίας σκηνικά αντικείμενα.

Οι δύο ηθοποιοί, ακολουθώντας τη κινησιολογία του Κωνσταντίνου Καρβουνιάρη, ανέδειξαν τα κοστούμια τους σε βασικά σύμβολα εναλλαγής των ρόλων, βάζοντας ή αφαιρώντας ενδυματολογικά εξαρτήματα ανάλογα με το πέρασμα από το τραγικό στην καθημερινότητα, από το νείκος στη φιλότητα.

Η αγνώριστη επί σκηνής Μαρία Μπρανίδου κατέθεσε μια πληθωρική Κλυταιμνήστρα με ασυγκράτητη ερωτικότητα, σαν συνοικιακή ντίβα του μεσοπολέμου, μια λαϊκή εκδοχή Ρίτας  Χέιγουορθ, με το μακρύ μαλλί σε σκάλες και τα κατακόκκινα χείλη να εκφέρουν προκλητικά, στρογγυλεμένα τον λόγο. Απέναντί της,  η Ηλέκτρα  της Χριστίνας Δενδρινού κινήθηκε σαν μικρό ατίθασο αγρίμι με καλύτερη, όμως στιγμή της, όταν μεταμορφώνεται ενδυματολογικά αλλά και εκφραστικά σε μικρό πορνίδιο-ισάξιο αντίπαλο για τους διεκδικούμενους εραστές. Στο βάθος, κρεμασμένο, ένα στρατιωτικό σακάκι αποτελεί δείκτη παρουσίας του σκηνικά απόντος Αγαμέμνονα-πατέρα-συζύγου, κινητήριου μοχλού της όλης διαμάχης των γυναικών: του άντρα.

Στη λαϊκόμορφη εκδοχή του έργου του Στάικου, σημαντικό ρόλο έπαιξε η επιλογή-έκπληξη μουσικών σπαραγμάτων απόλυτα ταιριαστών με την υπόθεση: θα έλεγε κανείς ότι γράφτηκαν ειδικά για τη συγκεκριμένη παράσταση. Ο «Αγαμέμνων» του Δημήτρη Παπαδημητρίου σε στίχους Οδυσσέα Ελύτη που τραγουδά η Αρβανιτάκη, η «Κλυταιμνήστρα» του Θανάση Γκαϋφίλλια σε στίχους Δ. Λέντζου με τη Φωτεινή Βελεσιώτου αλλά και τα «Μπουλούκια» των Κραουνάκη/Νικολακοπούλου  έδεσαν απόλυτα με την υποκριτική ερμηνεία ενώ ανέδειξαν καθοριστικά την ταυτότητα της συγκεκριμένης σκηνοθετικής προσέγγισης.

Μόνο πρόβλημα της παράστασης θεωρώ τους αβέβαιους ως προς τις σημάνσεις και τη λειτουργία τους φωτισμούς του Βασίλη Κλωτσοτήρα που κάποιες στιγμές έφτασαν να δίνουν την εντύπωση ότι υπήρχε τεχνικό πρόβλημα. Εύχομαι το φωτιστικό άτεχνο να οφείλεται πράγματι σε τέτοιο λόγο.

Νομίζω ότι η Ζωρζίνα Τζουμάκα, μελετήτρια ούτως ή άλλως του έργου του Ανδρέα Στάικου εδώ και χρόνια,  δοκίμασε μια νέα, πλήρως εναλλακτική σκηνοθετική εκδοχή του πολυπαιγμένου έργου και, συνδυάζοντας επιτυχημένα  ένα πλήθος επί μέρους σκηνικών συστημάτων, δικαίωσε την επιλογή της με το θελκτικό σκηνικό αποτέλεσμα.

Το εξαντλημένο πλέον κείμενο  «Κλυταιμνήστρα;» επανακυκλοφορεί, με αφορμή την παράσταση, από τις εκδόσεις Sestina.