Η μεγάλη Χίμαιρα του Μ.Καραγάτση στο θέατρο Πορεία

  •  Author: Mountraki Irene
  •  Published on: 15/10/2015

Μπορεί ένας άνθρωπος να γλυτώσει από το παρελθόν του, από τα λάθη των προγόνων του, από τα λάθη τα δικά του, από τις πατρίδες και τις σκέψεις του; Είναι απίθανη η δυνατότητα μιας νέας, ελεύθερης ζωής; Κυνηγά χίμαιρες ο άνθρωπος που τολμά να ονειρεύεται; Είναι καταδικασμένη η Μαρίνα Μπαρέ όταν αποφασίζει να φύγει με την Χίμαιρα ακολουθώντας τον Γιάννη σε ένα ταξίδι προς μια νέα ζωή, γεμάτη φως; Τελικά, πόσο φως μπορεί να αντέξει ο άνθρωπος;

Το μυθιστόρημα του Μ.Καραγάτση, γραμμένο αρχικά σε μορφή νουβέλας το 1936 (η οποία δημοσιευόταν σε συνέχειες στη «Νέα Εστία» αρχής γενομένης από την Πρωτοχρονιά του ’36), εκδόθηκε το 1953 από τις εκδόσεις Μαυρίδη και αποτελεί το δεύτερο μέρος της αινιγματικής τριλογίας «Εγκλιματισμός κάτω από το Φοίβο», μαζί με τον Λιάπκιν και τον Γιούγκερμαν, όπου τρεις ξένοι αποτυγχάνουν να προσαρμοστούν στη νέα πατρίδα και στο ελληνικό φως.

Το μυθιστόρημα του επιφανέστερου ίσως εκπρόσωπου της γενιάς του ’30 άνοιξε πολλές συζητήσεις και είχε φανατικούς υποστηρικές και πολέμιους. Η νεαρή γυναίκα, η Μαρίνα (το όνομα αυτό ο συγγραφέας έδωσε αργότερα και στην κόρη του) προσπαθεί να ξεφύγει από το «άνομο» παρελθόν της μητέρας της που τη γέμισε ντροπή και μίσος για τον έρωτα και την απόλαυση. Η ίδια σαν τραγική ηρωίδα, σαν Μήδεια (στην οποία ανατρέχει συνεχώς) εγκαταλείπει την πατρίδα της, έρχεται στην Ελλάδα ακολουθώντας τον έρωτα και – παρόλο που ο άνδρας της δεν την προδίδει ποτέ- νιώθει το πάθος, αφήνεται στη δίνη του και πληρώνει το τίμημα. Ένα πάθος που βρίσκει αντιστοιχία στο ανόσιο πάθος της Πασιφάης για τον ταύρο ή της Φαίδρας για τον πρόγονό της. Τέτοιου είδους ενώσεις φέρνουν μόνο καταστροφικές συνέπειες  για τους εραστές μα και για τους αγαπημένους τους. Γεννούν το θανατικό και το σκορπίζουν ολόγυρα. Είναι αυτή η ακόρεστη δίψα για ζωή που παρασύρει τον παθιασμένο άνθρωπο στο κυνήγι της, κυνήγι που τον φέρνει όλο και πιο κοντά στην απώλειά της.

Η διασκευή του Στρατή Πασχάλη εστίασε στο να ακολουθήσει την πορεία των γεγονότων και να παρουσιάσει τους ήρωες, χάνοντας από τα πάθη του συναισθήματος. Είναι όμως λάθος να κρίνουμε μια δραματουργική εργασία αυστηρά με βάση το μυθιστόρημα αφού έχουμε να κάνουμε πια με ένα νέο έργο, μια νέα εκδοχή – ερμηνεία, που η παράστασή της εδώ τη δικαιώνει. Η σκηνοθεσία του Δημήτρη Τάρλοου ισορροπεί μεταξύ ποίησης, άγριου ρεαλισμού και μεταφυσικής με τέτοια μαεστρία που οδηγεί σε ένα καθηλωτικό αποτέλεσμα. Διαθέτοντας ένα εξαιρετικό σύνολο ηθοποιών να υπηρετούν το όραμά του και με την ιδέα της εμβόλιμης και παράλληλης κινηματογραφικής προβολής, στην ατμοσφαιρική, υπέροχη πραγματικά σκηνοθεσία του Χρήστου Δήμα που συμβάλλει καθοριστικά στο άψογο αισθητικό αποτέλεσμα. Έξοχα τα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου, ακολουθούν την πορεία από το φως στο σκοτάδι μα και αντίστροφα. Περισσότερο συμβατικά τα σκηνικά της σε μια προσπάθεια για έναν διπλό ορισμό του χώρου. Το επίπεδο της σκηνής είναι το αρχοντικό των Ρεΐζηδων και ο υπερκείμενος χώρος, το καράβι τους, η Χίμαιρα. Ουσιαστική η συμβολή της Ζωής Χατζηαντωνίου (κίνηση) στο παιχνίδι ανάμεσα στο μεταφυσικό και στη δύναμη που δένει τον άνθρωπο στη γη. Ωραία, -αναπόσπαστο κομμάτι της ατμόσφαιρας αυτής-, και η μουσική της Κατερίνας Πολέμη (έχει πολλές συγκινήσεις να μας προσφέρει αυτή η νεαρή μουσικός) αλλά και οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου.

Η Αλεξάνδρα Αϊδίνη είναι ένα μαγικό πλάσμα πάνω στη σκηνή. Από τα πρώτα της κιόλας βήματα, πριν ακόμη βγει από τη Σχολή του Εθνικού, είχε ξεχωρίσει για την εύθραστη δυναμικότητά της, για την αξιοθαύμαστη ισορροπία ανάμεσα στο αέρινο και το χοϊκό, για την άγρια γλύκα της. Όλα αυτά ενσαρκώθηκαν ιδεωδώς στο ρόλο της Μαρίνας, σε μια ερμηνεία από αυτές που σφραγίζουν την πορεία ενός ηθοποιού και πλουτίζουν το θέατρο.  Ο Δημήτρης Μοθωναίος στον ρόλο του Μηνά λειτούργησε με άψογη τεχνική, χτίζοντας τον χαρακτήρα του και φροντίζοντας κάθε του πλευρά και αντίθεση. Στην προσέγγιση του αυτή θα πρόσθετα μόνο λίγο παραπάνω «ψυχή». Ο Γιάννης του Μάξιμου Μουμούρη ήταν μεστός, ανθρώπινος και αληθινός, με την απλότητα του χαρακτήρα του και την στιβαρότητα της φύσης του.  Η έμπειρη ηθοποιός Σμαράγδα Σμυρναίου, στο ρόλο της Ρεΐζαινας, της Μάνας, μας χάρισε μια ξεχωριστή ερμηνεία της γυναίκας που έμαθε να υποτάσσει την φύση της, να πνίγει κάθε της ανάγκη και συναίσθημα για να υπάρξει περήφανη στην αναμονή της και να τιμά τον οίκο και τη γενιά της. Συγκλονιστική η στιγμή που κάτι μέσα της σαλεύει και προσπαθεί να σώσει την Μαρίνα. Σχηματική η Καίτη Μανωλιδάκη (Αννεζιώ) και στο σωστό κλίμα η Ειρήνη Φαναριώτη (Λίλη, Καλλιόπη, Βιετναμέζα πόρνη). Κράτησα για το τέλος την παρουσία του Δημήτρη Τάρλοου, σε αυτόν τον σύντομο –αλλά καθοριστικό- ρόλο του Δημήτρη Ροδόπουλου, σε έναν χορό μεταφυσικό, πιραντελικό που ανοίγει έναν δρόμο κατανόησης μεταξύ συγγραφέα και ήρωα, αλλά και της σχέσης του ίδιου του Τάρλοου με τον παππού του Καραγάτση. Μια μαγική στιγμή όπου τα σύμπαντα τέμνονται.